ἔμφορτος

ἔμφορτ-ος, ον,
A laden with,

ἐδωδῆς Opp.H.2.212

: abs., laden,

πλοῖον D.L.1.31

;

σαγήνη Iamb.VP8.36

.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • έμφορτος — ἔμφορτος, ον (Α) γεμάτος φορτίο, φορτωμένος, κατάφορτος («πλοῑον ἔμφορτον») …   Dictionary of Greek

  • ἔμφορτος — laden with masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἔμφορτον — ἔμφορτος laden with masc/fem acc sg ἔμφορτος laden with neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐμφόρτου — ἔμφορτος laden with masc/fem/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἔμφορτα — ἔμφορτος laden with neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἔμφορτοι — ἔμφορτος laden with masc/fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.